× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

Πάσχα στον Μόλυβο

Γράφει η ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΖΗΣΗ

Δημοσίευση 28/4/2021

Πάσχα στον Μόλυβο

Γλυκοχαράζει, Μεγάλο Σάββατο, στον Μόλυβο. Πάνω στα καλογυαλισμένα σανίδια της ήσυχης κάμαρης, η Λου σύρει τα γυμνά της πόδια προς το μάνταλο του παραθύρου αποζητώντας, ανυπόμονα, το χάδι από το ζεστό, απριλιάτικο ήλιο, που θεσπέσια ανατέλλει το φως του στο βάθος του ασάλευτου πελάγους. Τον αέρα του ασώπαστου πρωϊνού ευωδιάζουν τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα, τα ολάνθιστα δέντρα, οι μαβιές μπορντούρες από πασχαλιές και ένας φράχτης από φούλι.

Ανάμεσα στους κλώνους του κατάφυτου κήπου εμμελές μετάξι κυματίζει από κορυδαλλούς, φλώρους, καρδερίνες που απλώνεται περίγυρα στους περιποιημένους αυλόγυρους των καλαίσθητων σπιτιών. Το βλέμμα της Λου στηλώνει στο μεσαιωνικό κάστρο που γνέφει ως αιωρούμενο στην κορφή του βράχου να τυλίγεται μέσα στους γοργούς και χαρμόσυνους ήχους των καμπανοχτυπημάτων σημαίνοντας την αποθέωση των Αγίων Παθών.  

O Κρις είχε γράψει ότι το κλειδί βρίσκεται στην άκρη του φράχτη από φούλι, μέσα σε ένα πλαστικό πιατάκι, το οποίο η Λου βρήκε, και εύκολα μπήκε μέσα στο άγνωστο, φροντισμένο σπίτι για να σταθεί τώρα, εκεί, ατενίζοντας τη γραμμή που ενώνει τη θάλασσα με τον ουρανό. Ο ίδιος έχει πτήση προς Παναμά για να συναντήσει το πλήρωμα και να μπαρκάρει για Κίνα σχίζοντας τα σκοτεινά νερά του μεγάλου ωκεανού, χωρίς εορταστικά καλοχρονίσματα, παρά καταμόναχος πάνω στο τιμόνι του μεγάλου πλοίου. Οι δύο τους γνωρίζονται από παιδιά.

Η Λου είναι τεχνήτρια χειροποίητων καπέλων, και υπογράφει τα κοστούμια και τα καπέλα μεγάλων θεαμάτων. Η σπάνια τέχνη της είναι γνωστή και ζηλευτή στα πέρατα του κόσμου.  Την είχε μάθει από νέα, δίπλα σε άξιους μάστορες της γούνας και τώρα, στο δικό της ατελιέ, τα μάτια της ακούραστα δουλεύουν, νυχθημερόν, πάνω από ξύλινα καλούπια, μαντεμένιες ραπτομηχανές και υφάσματα. Καθώς η μέρα πορεύεται λουσμένη στο λαμπερό ήλιο, η Λου ανηφορίζει το καλντερίμι, στεφανωμένο από γλυσίνες, για να ακολουθήσει το δρόμο προς τα έρημα τείχη του κάστρου.  Κατά το απομεσήμερο, το πούσι των αναμνήσεων κατευθύνει τη Λου προς τη γη της Εφταλούς, στα βορινά του Μολύβου. Αιώνιες βελανιδιές, παλιές ελιές, λεύκες, λίγα κυπαρίσσια και ρόμπολα πρασινίζουν το στενό χωμάτινο δρόμο που καταλήγει στο ξωκλήσι των Αγίων Αναργύρων, εκεί, όπου το νερό αναβλύζει ζεστό και ιαματικό. 

Οι κούλες ζαρωμένες στα μικρά κτήματα νανουρίζουν γαλήνια τις ιστορίες άλλου καιρού. Δίπλα σε αυτές, οι πύργοι των οικογενειών εκ καταγωγής, τινάζουν τη γύρη μιας παλιάς πνευματικής ζωής που, σήμερα, μυθολογείται. Ανάμεσα στα λυρικά αρμυρίκια, πάνω στο βοτσαλωτό ακρογιάλι, άφησε το σώμα της ελεύθερο, να μυρίσει την κάπαρη και τη ρίγανη του απόμερου κάβου, τους βασιλικούς από τα παρτέρια, και την αλμύρα του νερού.  Μια σκιά εκπορευόμενη από τον Λεπέτυμνο, το κίτρινο, γυμνό βουνό,  που στέκει ψηλά από την Εφταλού την σκέπασε σα χάδι.

Την ίδια μέρα, η Κάρεν φτάνει στο νησί κρατώντας στο χέρι της, σα φυλαχτό, μια καρτ- ποστάλ που εικονίζει το κάστρο των Γατελούζων. Κατευθύνεται από το λιμάνι της Μυτιλήνης προς το Μόλυβο διασχίζοντας, οδικώς, την επίπεδη επιφάνεια της Καλλονής, τα κόκκινα από παπαρούνες λιβάδια και τις πράσινες συστάδες της Αχλαδερής, αφήνοντας το πρόσωπο της, για λίγο, να δροσιστεί στην λευκή πολίχνη.  Τα χρώματα της αυγής ροδίζουν μέσα στις δύο πράσινες λιμνούλες των ματιών της. Οι πευκώνες, τα λιόδεντρα και οι ασπάλαθοι, ζερβόδεξα του δρόμου, σα γιορτινές κορδέλες την οδηγούν σιγά σιγά στο σημαντικό της προορισμό, το Μόλυβο.  Η ματιά της αρπάζεται από τον στιλπνό βράχο της Πέτρας, από τα σπίτια της Στύψης, και το Λαφιώνα που κρύβεται, σαν αγριοπούλι, μέσα στις γερασμένες ελιές. Η αγωνία της κλιμακώνεται όταν το βλέμμα της, μετά την τελευταία στροφή της διαδρομής, αντικρίζει το απόκοσμο μεσαιωνικό οχυρό.  Δυο μαργαριτάρια κυλούν από τα ματιά της που η σαγήνη της θέας υπέβαλε. 

Οι βαλίτσες της με ευταξία τοποθετούνται στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με θέα τη θάλασσα. Τις ανοίγει, ανυπόμονα, για να ξεχωρίσει το υφασμάτινο καπέλο, αυτό που η μητέρα της φορούσε στο γάμο της ξαδέλφης της.  Η καρτ -ποστάλ στολίζει το μικρό έπιπλο του δωματίου που, τώρα πια, δεν είναι μια απόμακρη θύμηση, αλλά μια ζώσα στιγμή την οποία χρόνια σχεδίαζε στο νου της. Καθώς ατενίζει στη βεράντα τα μεγάλα κτήματα από φουντωμένα δέντρα, αμυγδαλιές, καρυδιές, φυστικιές, ροδοδάφνες, παρατηρεί την έμορφη, μικροκαμωμένη γυναίκα που σερβίρει με δροσερό χαμόγελο τους φιλοξενούμενους του ξενοδοχείου. Το αγνάντεμα προς την ευωδιαστή, πράσινη θάλασσα φτάνει ως την ακροθαλασσιά. Αγριολούλουδα και κοχύλια γεμίζουν τα χέρια της.

Νίνα είναι το όνομα της γυναίκας που σερβίρει. Δουλεύει στο ξενοδοχείο που, λόγω της γιορτής του Πάσχα, ζωντανεύει από κόσμο μετά τον ήσυχο ύπνο του χειμώνα.  Οι χειρονομίες της είναι σβέλτες και με αψάδα τρέχει πάνω-κάτω στη διπλή, ένεκα της ημέρας, βάρδια που είναι μοιρασμένη σε πολλές και διαφορετικές δουλειές. Με ανασηκωμένα τα μανίκια, κινείται σε όλα τα αφανή σημεία του ξενοδοχείου, από το δωμάτιο με τις πρέσες μέχρι τις υπόγειες, σκοτεινές αποθήκες. Η φροντίδα συγκεντρώνεται στο πασχαλιάτικο δείπνο και τις ειδικές ετοιμασίες γύρω από αυτό: τα τριζάτα, ολόλευκα τραπεζομάντηλα, το κανίστρι με τα πασχαλινά αυγά, ο γιορτινός μπουφές, οι σωστές ετικέτες με τα ονόματα των καλεσμένων πάνω σε κάθε τραπέζι, όπου θα σμίξουν, για βραχύ χρόνο, τα αγαπημένα πρόσωπα. Μέσα στις φούριες και την κομμένη από τη δούλεψη ανάσα, η Νίνα κλεφτά ρίχνει μια ματιά στο οχυρό του βραχώδους λόφου από την υψωμένη βεράντα του ξενοδοχείου.

Οι τρεις γυναίκες φτάνουν, χώρια, στο πλάτωμα της εκκλησίας για την Αναστάσιμη λειτουργία. Η νύχτα είναι αφέγγαρη, και τα φώτα από τα αντικρινά παράλια της Ανατολής γλυκαίνουν το σκοτεινό πέλαγος. Ανάμεσα στις άγιες φλόγες των κεριών, η Κάρεν διέκρινε το κουρασμένο πρόσωπο της Νίνας. Κρατούσε ένα λευκό, αστόλιστο, κερί και ήταν σαν να εφύλαγε το μωρό της. Το βλέμμα της Νίνας, τρυφερό λουλούδι, έδειχνε να αναπολεί το γιό της, τότε που ήταν βλαστάρι, και λαμπροφορεμένο, ροβολούσε στον αυλόγυρο της Αγίας Κυριακής. Το μικρό αγόρι είναι πια άντρας που η τύχη τον ρίζωσε στο Κορκ της Ιρλανδίας.  Μέσα στο πλήθος, η Κάρεν ξεχωρίζει από τα πορτοκαλί της μαλλιά, και η Λου στέκει στο πλάτωμα, ψελλίζοντας ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.

Οι τρεις γυναίκες σηκώνουν το κεφάλι τους ψηλά προς τον ουρανό.  Η Κάρεν με το υφασμάτινο καπέλο δείχνει ξένη, η Νίνα συνωθείται μέσα στο ποίμνιο και η Λου ακολουθεί τη λιτανεία στον περίβολο της εκκλησίας. Για μια στιγμή, ασύνειδα προσέχει, τη νέα με το υφασμάτινο καπέλο που μοιάζει από άλλο τόπο. Ήταν αυτό που η ίδια είχε χειροτεχνήσει για μια Ιρλανδή γυναίκα που, απολύτως απροσδόκητα, το είχε παραγγείλει για ένα γάμο.  Πλησιάζει την Κάρεν, που δείχνει πρόθυμη να διηγηθεί την ιστορία του καπέλου. Τότε, η Λου, σπεύδει να την προσκαλέσει στο σπίτι για να απλώσουν μαζί το τραπέζι των αφηγήσεων.  Το βλέμμα της Νίνας δίνει θάρρος στην Κάρεν και την προσκαλεί. Τρεις άγνωστες γυναίκες βρίσκονται μαζί και ένας αόρατος μίτος ενώνει τις ιστορίες τους. Το καρτ- ποστάλ από το κάστρο ήταν σταλμένο από τη μητέρα της Κάρεν και το τελευταίο της καλοκαίρι, όταν αναπάντεχα, έφυγε από τη ζωή. Η Λου ήταν η τελευταία που είχε στολίσει το κεφάλι της μητέρας της Κάρεν. Η Νίνα είχε μέσα στο μικρό τσαντάκι της, την πασχαλινή κάρτα για το γιο της στο Κορκ της Ιρλανδίας. Οι τρεις γυναίκες καλοχρόνισαν με ένα σπυρί τρυφερότητας. Ήταν αρκετό.  Εκείνη την νύχτα της Ανάστασης, τα αστέρια ροβολούσαν στη γη της Λέσβου. 

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ
Tο stonisi.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

«Ενθυμούμενοι και …. συναντώντας τους νεκρούς μας!»

Γράφει ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ*
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Μαθαίνοντας αλλά και αποκτώντας σχέση με την Ιστορία

Διαβάζοντας το βιβλίο «1821: H αρχή που δεν ολοκληρώθηκε. Πότε και πως δημιουργήθηκε το κράτος όπου ζούμε σήμερα», όχι μόνο μαθαίνεις αλλά και αποκτάς σχέση με την Ιστορία
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ με αφορμή τη διαδικασία ίδρυσης δεύτερου μουσικού σχολείου της Λέσβο

Αφού άρχισε ο χορός ας τον κρατήσουμε! Γράφει ο: *ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΠΙΩΤΑΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

H χαμένη Ανοιξη των πλατειών

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΜΑΛΗΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ο θάνατος μιας θάλασσας: Ο Μαρμαράς ασφυκτιά

Γράφει η : *ΠΙΝΑΡ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Εκπαίδευση, παραγοντισμός και Μουσικό σχολείο

Γράφει ο ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΑΛΑΡΓΑΛΗΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Το Τένις μιας «κομματικής» ανοησίας

Γράφει ο ΠΑΡΗΣ ΒΟΥΝΑΤΣΗΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Τα κοινωνικά κινήματα απέναντι στις προκλήσεις του 21ου αιώνα

Γράφει ο ΦΡΑΝΤΖΗΣ ΚΑΡΑΔΟΥΚΑΣ