× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

Στην Επάνω Σκάλα τη Μυτιληνιά

Η ιστορία της Μυτιλήνης και των ανθρώπων της, γραμμένη... «αλλιώς»

Γράφει ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ Δημοσίευση 12/12/2020

Στην Επάνω Σκάλα τη Μυτιληνιά

Ακούς την Τρωαδίτισσα Εκάβη; «Τώρα» φωνάζει, «που πια δεν υπάρχουμε, τώρα που μας παραχώσαν με τα χώματα... έ... Τώρα να δεις τι έχουνε να λένε για μάς οι ποιητές».

Κλείνεις τα μάτια. Ένας 16χρονος πιτσιρικάς, κάθε πρωί 6.30 η ώρα, καβάλα σε ένα ποδήλατο, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, γλιστρά ανάμεσα σε παρέες μεσόκοπων γυναικών που κυλούν κατά το βορειότερο άκρο της πόλης... την Επάνω Σκάλα. Εργατάκος στα παστουτζίδικα, εργοστάσιον «ΔΟΥΚΑ», σαρδέλες και κολιοί, παστωμένοι και μαγειρεμένοι σε κονσέρβα, με ένα μάστορα αρχιμάγειρα και αρχικονσερβατζή φερμένο από την Πορτογαλία... Το καλοκαίρι πέρασε, το χαρτζιλίκι για το ποδήλατο μαζεύτηκε, το εργοστάσιο - και τούτο - έπεσε έξω, ούτε το ποδήλατο αγοράστηκε, πού να θυμάσαι κιόλας τι γίναν εκείνα τα πρώτα λεφτά.

«Στο λαμπρό το θρόνο επάνω αθάνατη Αφροδίτη, πλανεύτρα κόρη του Δία εσύ, με πίκρες και μαράζια μη μου σκλαβώνεις την ψυχή, παρακαλώ σε κυρά μου». Κοντή και μαυροτσούκαλη, άσκημη... ναι άσκημη, σαν τις γριές πουτάνες στα μπουρδέλα κάτω στο «κάτω κάστρο», να ζεσταίνονται με τα ποδάρια ανεβασμένα στα μαγκάλια.

Η Σαπφώ, κόρη Αιολίδα, ανηφορίζει κάθε μέρα στο βράχο με την υπόγεια εκκλησιά της Παναγιάς της Βρεφοκρατούσας, της Γαλατάδαινας τη λεν οι γειτόνισσές της, γιατί έχει το ένα βυζί της απόξω, προσφορά ένα βυζί στο Σωτήρα του κόσμου. «Ρώτα να μάθεις πως τη λέγανε, γριές και νιες που ζήσαν στα μπουρδέλα κοντά έναν αιώνα, από τότε που φύγαν οι Τούρκοι, μέχρις ότου, ευπρεπισμού και ηθικής και ανάπλασης και εκσυγχρονισμού ένεκα, ...κλείσανε» σου λέει σιγά στο αυτί η Σαπφώ.

Συνομήλικός της, κουρασμένος και κακοταξιδεμένος ο άλλος, ο Αλκαίος, από τ’ άλλο το αυτί σου ψιθυρίζει πως «στην Ακρόπολη ναό σου φτιάξανε Αφροδίτη». «Τέμενος λάχοισα κορύφαν πόληος ν’ Αφρόδιτα». Στέκεσαι στην κορυφή της πόλης. Από τη μια η Σαπφώ από την άλλη ο Αλκαίος. Τα ντουβάρια του τούρκικου γυμνάσιου πού ’γινε δικαστήριο... Εδώ μέσα παίχτηκε η τελευταία σκηνή της τραγωδίας των Μυτιληνιών μπουρδέλων. Ο φονιάς, το θύμα, για τα μάτια μιας παστρικιάς...

Όχι μοναχά τα κλείσαν, μα και τα γκρέμισαν κιόλας... Καρσί στο τούρκικο διοικητήριο, ο Κωνσταντίνος Μελάς, 8 Νοεμβρίου 1912, υψώνει για πρώτη φορά τη γαλανόλευκη στο νησί. 70 σχεδόν χρόνια, το τούρκικο διοικητήριο στην «κορύφαν» της πόλεως, στο ιερό της Αφροδίτης, της Σαπφούς και του Αλκαίου στέγαζε τα κουρεμένα γουλί ορφανά του ελληνικού κράτους - υπουργείου πρόνοιας. Πενήντα μέτρα πιο κάτω, το αρχοντικό του Χαλήμ Μπέη - πάει ο άρχων - δημοτική πινακοθήκη μη λειτουργούσα το αρχοντικό, Γενική γραμματεία Αιγαίου το ορφανοτροφείο - τούρκικο διοικητήριο που λέγαμε.

«Εδώ είναι Μπαλκάνια δεν είναι παίξε γέλασε», επιμένει ο Νιόνιος. «Εδώ είναι Μυτιληνιά Επάνω Σκάλα, λιμήν Μαλλόεις, λιμήν Αγίου Γεωργίου, Εσκί λιμάν, πάνω Σκάλα των προσφύγων...» επιμένεις εσύ.

Σε τούτον εδώ τον κόρφο τον θαλασσινό φτάσαν κάπου στα 1100 πριν το Χριστό λένε, οι πρώτοι Αιολείς από της Θεσσαλίας τα μέρη. Εδώ κατέληγε ή από εδώ άρχιζε ένα μικρό θαλασσινό ποτάμι, 200 - 300 μέτρα ήταν δεν ήταν, που έπεφτε στην άλλη μεριά της θάλασσας. Στα δεξιά, βλέποντας από τούτο το σημείο τον ποταμό, το νησί. Και στα αριστερά, ένα μικρονήσι με την «κορύφαν» της πόλεως. Εδώ στο μικρονήσι χτίστηκε η Μυτιλάνα κι ο ποταμός ο Εύριπος άγιασε έγινε θεός - προστάτης της πόλης ...

Η Σαπφώ στο ’να αυτί ακούς να σου λέει γλυκά - γλυκά πως «αν σου φεύγει γρήγορα σε σένα θα γυρίσει, κι αν αψηφά τα δώρα σου, θα σου χαρίσει εκείνη κι αν δεν σε θέλει, γρήγορα θα κάνω να σε θέλει». Από την άλλη ο Αλκαίος φωνάζει «δεν είναι σπίτια με σκεπές γερές, καλοφτιαγμένες, ούτε λιθάρια που κρατούν σωστά χτισμένους τοίχους, ούτε λιμάνια πλούσια, δεν είναι αυτά η πόλη». Φωνάζει ο Αλκαίος: «α πόλις, αλ’ άνερες χράεσθαι τοις αι πάρεισι δυνάμεννοι». Τ’ ακούτε; Η πόλις είναι οι άνδρες που μπορούν και ξέρουν να τολμάνε.

Το βόρειο λιμάνι της πόλης, το εμπορικό, το λιμάνι του πολιτισμού στήθηκε εδώ. Στην άλλη άκρη του Εύριπου στήθηκε το λιμάνι των βαρβαρικών δραστηριοτήτων, των πολεμικών, ετούτων που ποτέ ιδιαίτερα δεν τιμήθηκαν από τους Αιολείς. Κατέρρευσε η τυραννία, νίκησε ο Αλκαίος, εξορία για τις ιδέες της, για έναν άντρα λένε άλλοι, η Σαπφώ, ο Πιττακός ο σοφός κυριαρχεί στη Μυτιλήνη, μα λίγα χρόνια μετά, Πέρσες και Δαρείος επέβαλαν τυραννία.

Σαν οι Έλληνες νικήσαν τους Πέρσες, ετούτη δω η πόλη που τό ’χε δίπορτο πολιτισμού και βαρβαρικό, πήγε πρώτα με τους Λακεδαιμόνιους, ύστερα με τους Αθηναίους, μετάνιωσε, ποτέ κανείς Μυτιληνιός δεν κατάλαβε με ποιόν ήταν και γιατί. Κάπως έτσι γεννήθηκε κι ο κανών των Αιολέων.

«Παντού το βαρίδι το εφαρμόζουνε στην πέτρα που πελεκάνε. Εδώ στη Μυτιλήνη τα κάνουν όλα ανάποδα. Την πέτρα την εφαρμόζουν στο βαρίδι». Είπαμε εδώ όλα είναι ανάποδα. Ανάποδοι είναι κι οι ανθρώποι. Οι ανθρώποι κάνουνε τον τόπο; Ή ο τόπος τους ανθρώπους;

Ήταν με τους Αθηναίους, θέλανε τους Σπαρτιάτες, αριστοκρατικοί μα δημοκράτες, δημοκρατικοί αριστοκράτες ή αριστοκρατικοί δημοκράτες; Στο ερώτημα πάνω, πλακώσανε οι Αθηναίοι με τα καράβια τους, πού σε πονάει και πού σε κόφτει, την γκρεμίσαν την πολιτεία των Μυτιληναίων οι πολιτισμένοι του Περικλή! Εκεί όμως που γλεντάγαν τη νίκη τους, πλάκωσε ο Καλλικρατίδας, έτρεχε ο Κόνωνας να σωθεί από εδώ στην είσοδο του Εύριπου, στην Επάνω Σκάλα χώθηκε και βγήκε στο κάτω λιμάνι κι από κει νότια και δυτικά, γραμμή για την Αθήνα, επικρατήσαν οι Λακεδαιμόνιοι, μα να πάλι τ’ ανάποδα, είπαμε ανάποδοι άνθρωποι εδώ, άρχισαν να πεθυμούν τους Αθηναίους.

Οι γριές μαζεύουν ξύλα να φτιάξουν τις κάσες τους, μα σαν τους πεις πως ετούτα δεν είναι ξύλα για κάσα μα καυσόξυλα, σου χαμογελάν πονηρά και σου λεν «πώς έμαθες και τι ξέρεις εσύ από κάσες;»

Άμα ο καιρός είναι καλός νότια και ανατολικά πετούν επάνω στο έμπα της θάλασσας που οδηγεί στη Σμύρνη οι Αργινούσες νήσοι. Κάπου δω τέλειωνε η ιστορία της κόντρας Αθηναίων - Λακεδαιμονίων, με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις, είδαν κι απόειδαν πήγαν με τους Μακεδόνες. Γύρω εδώ ήταν η Βόλα και η Αγόρα και το Προτανήϊο, το ιερό της Κυβέλης, μια λεσβία δομή φυτρώνει ανάμεσα σε πεταμένα κουτάκια κόκα κόλα, πίσω από το τούρκικο νοσοκομείο πού ’γινε άσυλο ανιάτων και κατέληξε «Πρότυπον σχολείον» καρσί απ’ το δημοτικό σχολείο των προσφυγόπαιδων πού ’χτισε ο - θεός σχωρέστον -υπουργός Παιδείας Γεώργιος Παπανδρέου, απάνω στο τούρκικο μεζάρι, αναμεταξύ Γενι τζαμί και Γυαλί τζαμί και Βαλιδέ τζαμί.

Πρώτο στρώμα, τούρκικα νεκροκέφαλα, δεύτερο στρώμα τσιμπούκια πήλινα σαν τα καπάκια της coca cola για τους αρχαιολόγους του μέλλοντος, τρίτο στρώμα ρωμαιοκρατία, τέταρτο στρώμα γεωμετρική περίοδος. Αναμετάξυ τίποτα.

«Αχ κάνε Αφροδίτη μου με το χρυσό στεφάνι ετούτος ο λαχνός εδώ σε μένανε να πέσει». Με το που ολοκληρώνει η Σαπφώ το στίχο, να ο Αλκαίος: «Όσοι γεννήθηκαν θνητοί, το χάρο δε ξεφεύγουν, αν είσαι ξύπνιος, αν σκέφτεσαι λιγάκι το μυαλό σου, τρίχα δεν πέφτει ανόητε χωρίς να θέλει ο Δίας, μα ξέροντας πόσοι θαρθούν καημοί μεγάλοι, πιείτε κρασί στο στρόβιλο του Αχέροντα πριν μπείτε».

Ο Αλκαίος μιλούσε για κρασί. Κι ο Χριστός το ευλόγησε. Είναι γιατί κι οι δυο δεν γνώρισαν το ούζο. Η Κυβέλη κουβαλά χταπόδια σαρδέλες ψητές και παστές και ούζα. Χίλιες μάρκες ούζα. Παλιότερα ο Στρατής βοηθός μα και «μαιτρ» συνάμα, Θεός σχωρέστον, περηφανεύονταν για τον Παναθηναϊκό και για το ότι «άμα γιουρτάζουμι κάνιν παρέλασ’». Ο κώλος μας δεν έχει να βάνει βρακί κι η μούρη μας γυρεύει στολίδια...

Καφενείον ο Ερμής. Τελευταίος καφενές από κείνους που φιλοξένησαν ρωμιούς και τούρκους και αρμένηδες και εβραίους και γραμματιζούμενους και αραμπατζήδες και τσαγκάρηδες και ναυτικούς. Χτισμένος απάνω στην είσοδο του αρχαίου Ευρίπου, μπαζώθηκε λένε οι αρχαιολόγοι ο Εύριπος στα χρόνια του μεγάλου Θεοδόσιου, κάπου 250-300 χρόνια αφότου πέρασε απ’ το νησί ο Απόστολος Παύλος. Δεν τόλμησε να διδάξει εδώ. Είχε προηγηθεί ο Πομπήιος πού ’χε ζηλέψει την ομορφιά.

Που και δαύτη σαν τους Μυτιληνιούς ξεχύθηκε απ’ το νησάκι, είχε περάσει πάνω από τις γέφυρες με μάρμαρο που ένωναν τη Μυτιλάνα των Αιολέων με την καινούργια Μυτιλάνα, τις γέφυρες όπου έπαιξαν ερωτικά ο Δάφνις και η Χλόη. Λίγο πριν είχε έρθει ο Λούκουλλος που την είχε σφάξει και ετούτος την πολιτεία μυαλό δεν είχαν βάλει οι Μυτιληνιοί. Τους Ρωμαίους θέλανε με το Μιθριδάτη πήγαν...

Καφενείον ο Ερμής που λέγαμε. Στην είσοδο της οδού Ερμού στην είσοδο του μπαζωμένου αρχαίου Εύριπου που τράβαγε ίσαμε τη σημερινή Μητρόπολη με το αυθάδες αψηλό γοτθικό καμπαναριό. Δεξιά κι αριστερά ετούτου του δρόμου παλιατζίδικα και ταβερνεία και σύγχρονα μαγαζιά κι ασχήμιες κι ομορφιές από όλα έχει ο μπαξές. Χώνεσαι στα σοκάκια όλα πέραν του Ευρίπου, πέραν της σημερινής οδού Ερμού, όλοι πρόσφυγες.

Άλλοι στα σπίτια των Τούρκων που φύγανε πρόσφυγες και τούτοι το ’23 για καρσί κι άλλοι καταπάνω στο ύψωμα με τις ρωμαϊκές τις βίλες, στα σπίτια του Συνοικισμού. Στ’ αγκωνάρια τους δόμοι από τα αρχαία σπίτια, κεραμίδια από τούρκικους τεκέδες. Ξανά κάτω στην Ερμού. Οι αρχαιολόγοι ξεθάψαν μια γέφυρα από κείνες που ένωναν λέει τις δυο άκρες του Εύριπου. Το Γενί τζαμί από τη μια, το Τσαρσι χαμάμ απ’ την άλλη. Μυρωδιές - αρώματα ανατολής, «βάι βάι» ακούς ακόμα, ακόμα και σήμερα με ποιόν να πας και τι να αφήσεις;

Κάπου στα 1200 μάθαν πως δεν ήξεραν οι Μυτιληνιοί με ποιους να είναι και πλάκωσαν και οι Λατίνοι. Βαλδουίνος ο Α΄ στα 1204 κι ύστερα στα 1355 προίκα το νησί στο Φραγκίσκο Γατελούζο γαμπρό του αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγου. Χτίσαν ετούτοι οι Γατελούζοι τείχη, αψηλά το κάστρο τους εκεί στην παλιά ακρόπολη της Μυτιλάνας στην «κορύφαν» της πόλεως την Αιολική και χώθηκαν μέσα.

«Μα τα τείχη της πόλης είναι οι άνδρες της» σου λέει ο Αλκαίος. Κι η Σαπφώ βουβή από ώρα.

Στα 1462 το νησί πάρθηκε απ’ τους Τούρκους και τον ίδιο τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Σφαχτήκαν και παλουκωθήκαν οι κατακτημένοι, οι μυαλωμένοι σταλθήκαν στην Κωνσταντινούπολη κάτοικοι στο ποδάρι των άλλων πού ’χαν χαθεί το 1453 και έμειναν στην πόλη λίγοι οι φτωχοί Αγιοθοδωριανοί της Μυτιλήνης.

Όλοι οι νέοι υπήκοοι του σουλτάνου υποχρεώθηκαν να περάσουν από δω μπροστά απ’ τον Μωάμεθ πού ’στησε το θρονί του σε ένα μικρό ύψωμα πάνω απ’ τη θάλασσα οπού ήταν το εκκλησάκι του Άη Γιάννη του Θεολόγου. Από εδώ, δίπλα στις μπομπάρδες που βλεπαν το Μελανούδι, το περιτοιχισμένο προάστιο της Μυτιλήνης πού ’χε ισοπεδώσει, από εδώ βιγλάρισε τους νέους υποτελείς του. Κι έχτισε εις μνήμην της μέρας το Βίγλα τζαμί.

Οι σεισμοί στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα γκρεμίσαν τα τζαμιά, τα καμπαναριά, τα σπίτια. Οι ανθρώποι εκεί όρθιοι. Στην επανάσταση του 21 είχαν ξαναμπερδευτεί. Οι πασάδες σαν έφτασε στην πόλη το μαντάτο πως στην Ερεσό βουλιάξαν το δίκροτο, βγήκαν στο δρόμο να μαλακώσουν τη μήνι των ομόθρησκών τους.

«Μην τους σφάζετε ορέ, ετούτοι δεν φταιν σε τίποτα». Δεν φταίγαν σε τίποτα. Σε λίγα χρόνια, ως μη φταίχτες αρχίσαν να σηκώνουν κεφάλι. Οι λίρες χρυσές, απ’ όλες τις μεριές της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας, ερχόταν στο νησί με τα τσουβάλια, παράδες πολλοί παράδες. Οι Ρωμιοί σηκώναν κεφάλι, οι Τούρκοι μαζευόταν μέσα στο κάστρο τους. Εδώ στη γειτονιά όξω από το κάστρο μένανε λίγοι όσοι είχαν τον τρόπο τους όσοι πιστεύαν πως τα πάνω δεν έρχονται κάτω μηδέ το αντίθετο. Και τούτοι λάθεψαν.

Ανήμερα του Ταξιάρχη που λατρεύτηκε στον τόπο τόσο σαν τον Μαλόεντα Απόλλωνα, τον πολιούχο άγιο της Επάνω Σκάλας, φανήκαν ο μπάρμπα «ΑΒΕΡΩΦ» και τα άλλα τα καράβια και ο Κουντουριώτης μαζί με στρατολόγο, έφορο και χωροφύλακα. Από εδώ πέρασε ο στρατός το δρόμο για τον Κλαπάδο όπου δόθηκε η μάχη τιμής, το πέρασμα από τη μια εποχή στην άλλη. Από εδώ στην Επάνω Σκάλα ξαναπέρασε ο στρατός στο δρόμο της επιστροφής, και οι Τούρκοι αιχμάλωτοι, από δω φύγανε οι Μυτιληνιοί για απέναντι το ’19, εδώ ξεράστηκε η φτώχεια, η πείνα και η περηφάνια των προσφύγων του ’22.

Ένα μεγάλο άγαλμα, η μικρασιάτισα μάνα με τα μωρά της χυμένα κάτω από τη φούστα της υμνεί το μεγαλείο της γειτονιάς. Ψηλότερη απ’ τα φουγάρα της ΔΕΗ που συνεχίζει να βρωμίζει την ομορφιά, το τσιμεντένιο σιλό στο εργοστάσιο του Καλαμάρη που στέκει δίπλα στο αρχοντικό του Γεωργιάδη, παραδίπλα στο Βίγλα τζαμί δαύτο πού ’χτισε ο Μωάμεθ, μα σήμερα το έκαναν Άγιο Νικόλα που όμως βλέπει κατά τη Μέκκα.

Από την άλλη μεριά, το λουτρό του ξενοδοχείου Κουρτζή, ό,τι απόμεινε από το ξενοδοχείο καρσί απ’ ένα παλιό στρατόπεδο δίπλα από το βόρειο μόλο του αρχαίου λιμανιού. Τι στέκει όρθιος ο βόρειος μόλος μα κι ο νότιος πλάι στο καρνάγιο της Επάνω Σκάλας, κάτω απ’ τα τείχη του κάστρου που χτίστηκε κομμάτι κομμάτι, αρχαία πέτρα, σύγχρονη πέτρα απ’ τους βυζαντινούς, τους γενουάτες, τους τούρκους.

«Πώς τυλιχτήκαμε έτσι, σαν τους νεκρούς μια παγωνιά, μια πάχνη, κι όλως διόλου ξεχάσαμε τη θάλασσα; Αν όμως σηκωθούμε, αν τρέξουμε και τα κουπιά αν πιάσουμε από την άκρη, το καραβάκι αν λύσουμε, αν στρέψουμε την πλώρη στο πέλαγο, το κέφι μας θα βρούμε, η ψυχή μας θα γαληνέψει».

«Ηρ’ έτι παρθενίας επιβάλλομεν;» η Σαπφώ απαντά στον Αλκαίο, ο Αλκαίος μιλά για την ψυχή κι η Σαπφώ του απαντά ρωτώντας «άραγε την παρθενιά μου να την κρατήσω κι άλλο;». Σκάγανε στα γέλια οι γιαγιάδες της γειτονιάς που πρόλαβες ζωντανές, μαυρομαντηλούσες, άγνωστο γιατί χηρεύανε, μ’ ένα δόντι κιτρινισμένο να γλιστρά όξω από το στόμα τους, σήμα κατατεθέν του απροσδιόριστου.

Γλεντοκόπι στα σοκάκια με τους ασπρισμένους ντενεκέδες και τα λουλούδια, συνοικία το όνειρο, ενάντια στο σύγχρονο, απά στο σμιλεμένο μάρμαρο σγουρίζουν τα χταπόδια, το ’να τζαμί το κάνουν βιβλιοθήκη, τ’ άλλο αποθήκη οπωροκηπευτικών, και πάνω και κάτω γειτονιά των άκρων, γειτονιά με μόρια ηλικίας τριών και βάλε χιλιάδων χρόνων. Ανάποδη γειτονιά, ανάποδοι ανθρώποι , όμορφη γειτονιά όμορφοι ανθρώποι.

«Να τη σηκώσετε ψηλά τη στέγη αυτή, μαστόροι, γιατί γαμπρός στο σπίτι μας ίδιος ο Άρης μπαίνει. Όχι θεός, μα πιο τρανός απ΄όλους τους ανθρώπους: ξεχωριστός σαν λέσβιος τραγουδιστής στα ξένα».

«Απόψε θα μεθύσουμε, κι όποιος δεν θέλει, λέει, βάλτε να πιει με το στανιό». Ο στίχος καταλήγει πως το γλέντι γίνεται γιατί πέθανε ο Μυρσίλος. Ο τύραννος. «Κάτθανε Μύρσιλος». Πέθανε, ζει, ποιος ξέρει; Τι σημασία έχει κιόλας;
Από πάνω σου η κορφή της πόλης από τη μια η Σαπφώ από την άλλη ο Αλκαίος πλάτη σου αγκωνάρι σίγουρο ο Μαλόεντας Απόλλωνας, ίσια μπροστά η θάλασσα, καρσί η Μικρασία.

Οι γλάροι βουτάνε αναμεταξύ ουρανού θάλασσας και ορίζοντας που οριοθετεί ένας αρχαίος λιμενοβραχίονας. Σκύβεις ασυναίσθητα μη τύχει και κουτουλήσεις με το γλάρο. Με την ιστορία έχεις κουτουλήσει εδώ, έχει μπει η μια στο κεφάλι του αλλουνού. Εδώ. Στη Μυτιληνιά Επάνω Σκάλα.


* Η σημερινή μας ιστορία πρωτοδημοσιεύτηκε από τον υπογράφοντα στο περιοδικό ΓΕΩ της Ελευθεροτυπίας το 2000. Το περιοδικό αυτό ήταν μια ιδέα του αξέχαστου Σταύρου Απέργη, από τους σπάνιους δημοσιογράφους, που έφτιαξε ένα περιοδικό που διανέμοντας δωρεάν με την εφημερίδα κάθε Σαββάτο για «να κάνει τους αναγνώστες να ταξιδεύουν». Οι φωτογραφίες που συνόδευσαν το άρθρο ήταν του Στρατή Τσουλέλλη.
Η σημερινή φωτογραφία είναι μια από τις παλιότερες της Επάνω Σκάλας στη σημερινή συμβολή των οδών Μικράς Ασίας και Ναυμαχίας Έλλης.

ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ
Tο stonisi.gr δημοσιεύει κάθε σχόλιο. Θεωρούμε ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Τα συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ο θάνατος μιας θάλασσας: Ο Μαρμαράς ασφυκτιά

Γράφει η : *ΠΙΝΑΡ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Εκπαίδευση, παραγοντισμός και Μουσικό σχολείο

Γράφει ο ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΑΛΑΡΓΑΛΗΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Το Τένις μιας «κομματικής» ανοησίας

Γράφει ο ΠΑΡΗΣ ΒΟΥΝΑΤΣΗΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Τα κοινωνικά κινήματα απέναντι στις προκλήσεις του 21ου αιώνα

Γράφει ο ΦΡΑΝΤΖΗΣ ΚΑΡΑΔΟΥΚΑΣ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Πιάτα με υπογραφή Σμύρνης!

Γράφει ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΟΥΠΗΣ
ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Τα γνωστά τούρκικα καμώματα...

Σκάφος της τουρκικής ακτοφυλακής σήμερα το πρωί, παρενόχλησε και προκάλεσε ζημιές σε σκάφος του Λιμενικού Σώματος που επιχειρούσε στην ελληνοτουρκική οριογραμμή
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Οι δύο ψυχές του νεοφιλελεύθερου

Γράφει ο ΡΑΦΑΗΛ ΑΣΠΡΟΛΟΥΠΟΣ
ΑΧΙΝΟΣ

Πάτησε τον Αχινό, 11/6/2021

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας
ΑΧΙΝΟΣ

Πάτησε τον Αχινό, 9/6/2021

Το καυστικό σχόλιο της ημέρας